Το έργο της Pauline Boty στέκεται ανάμεσα στη φωτεινή θηλυκότητα και τη σκιά της λήθης. Γεμάτο αυτοπεποίθηση και τόλμη, διερευνά τη γυναικεία σεξουαλικότητα, τη δύναμη του σώματος, την πολιτική του βλέμματος. Παρ’ όλα αυτά, μετά τον θάνατό της, για σχεδόν τρεις δεκαετίες η φωνή της έμεινε θαμμένη — όπως και οι πίνακές της, που ξεχάστηκαν σε μια σοφίτα στο Κεντ. Σήμερα, η Boty επιστρέφει. Και μαζί της επιστρέφει ένα κομμάτι της ιστορίας της ποπ αρτ που είχε διαγραφεί άδικα.
Στη δεκαετία του ’60, όταν η βρετανική ποπ αρτ έβραζε από ενέργεια, η Pauline Boty υπήρξε μια από τις ελάχιστες γυναίκες που τόλμησαν να σταθούν στο κέντρο της σκηνής. Το έργο της, εύπλαστο και παιγνιώδες, ακτινοβολούσε μια σίγουρη, απελευθερωμένη θηλυκότητα και αντιμετώπιζε τη σεξουαλικότητα όχι ως αντικείμενο, αλλά ως πράξη, ως πολιτική δήλωση. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια σχολίασε με καυστικό χιούμορ την πατριαρχία, τη βία, τις κοινωνικές επιταγές, αποθεώνοντας παράλληλα τη γυναικεία επιθυμία. Οι γυναίκες στους πίνακές της δεν ήταν ποτέ παθητικές: δρούσαν, διεκδικούσαν, έσπαγαν ρόλους. Και το ίδιο έκανε κι εκείνη με τον τρόπο ζωής της.

Γεννημένη στο Νότιο Λονδίνο σε αυστηρή καθολική οικογένεια, το τέταρτο παιδί μετά από τρία αγόρια, η Pauline έδειξε από νωρίς ανυπακοή. Ο πατέρας της θεωρούσε την τέχνη απαράδεκτη ασχολία για μια γυναίκα, όμως η μητέρα της —μια καλλιτέχνιδα που είχε εγκαταλείψει τα όνειρά της για την οικογένεια— στάθηκε στο πλευρό της. Το 1954, με την υποστήριξή της, η Pauline κέρδισε υποτροφία στην Wimbledon School of Art. Εκεί άρχισε να ξεχωρίζει: το ταλέντο της, η ομορφιά της και η ασυμβίβαστη ενέργειά της την έκαναν θρύλο πριν καν αποφοιτήσει. Οι συμφοιτητές της τη φώναζαν «The Wimbledon Bardot» — μια Μπριζίτ Μπαρντό με πινέλο και σπουδαία αίσθηση του χρώματος.
Το 1957, ένα έργο της παρουσιάστηκε στην έκθεση Young Contemporaries, πλάι στους Robyn Denny, Richard Smith και Bridget Riley. Όμως οι πόρτες του Royal College of Art δεν άνοιγαν εύκολα για τις γυναίκες: μόλις έξι φοιτήτριες ανάμεσα σε εξήντα άνδρες. Δεν έγινε δεκτή στη Σχολή Ζωγραφικής, μόνο στο τμήμα Stained Glass, όπου όμως διακρίθηκε. Το 1960, ένα βιτρό της εντάχθηκε στην περιοδεύουσα έκθεση Modern Stained Glass του Arts Council. Παράλληλα, ζωγράφιζε μόνη της στο διαμέρισμά της στο δυτικό Λονδίνο και ξανασυμμετείχε στους Young Contemporaries του 1959.

Οι συμφοιτητές της τη φώναζαν «The Wimbledon Bardot» — μια Μπριζίτ Μπαρντό με πινέλο και σπουδαία αίσθηση του χρώματος.
Εκεί γνώρισε τη γενιά των νέων ποπ καλλιτεχνών: David Hockney, Peter Blake, Peter Phillips, Derek Boshier. Το «μόνο κορίτσι της παρέας» ήταν πολυδιάστατο — τραγουδούσε, έγραφε ποίηση, χόρευε, συμμετείχε στην ομάδα Anti-Ugly Action, που διαμαρτυρόταν για τη «φλύαρη» νέα αρχιτεκτονική του Λονδίνου. Στα μέσα του ’60 έγινε πρόσωπο της ποπ κουλτούρας: εμφανίστηκε στο τηλεοπτικό σόου Ready Steady Go!, έπαιξε στην ταινία Alfie με τον Michael Caine, συμμετείχε σε θεατρικές παραγωγές και είχε δική της εκπομπή στο BBC. «Φανταστείτε μια έξυπνη ηθοποιό που είναι και ζωγράφος και ξανθιά — έχετε την Pauline Boty», έγραφαν τότε τα περιοδικά.

Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της, άρχισε να χτίζει το δικό της ύφος. Οι καμβάδες της, δομημένοι σαν βιτρό, έσπαγαν σε γεωμετρικά πάνελ και εκρήξεις χρώματος — μπλε, πορτοκαλί, κίτρινο. Πάνω τους ξεδιπλώνονταν αρχετυπικοί άντρες και γυναικεία σύμβολα: Έλβις, Ζαν-Πολ Μπελμοντό, Ντέρεκ Μάρλοου, Μόνικα Βίτι, Μέριλιν Μονρόε. Η τελευταία υπήρξε για την Boty κάτι παραπάνω από είδωλο: προσωποποίηση της γοητείας και της παγίδας της σεξουαλικότητας. Μέσα από τα ζωηρά κολάζ της —όπως το εμβληματικό The Only Blonde in the World (1963)—, η ζωγράφος σχολίαζε τον τρόπο που η κοινωνία κατανάλωνε τις γυναίκες, μετατρέποντάς τες σε φαντασιώσεις, ενώ οι άνδρες παρέμεναν φορείς δράσης και κύρους.
Η σειρά It’s a Man’s World I και II έθεσε αυτό το ερώτημα με καθαρότητα: οι άνδρες απεικονίζονταν σε βιομηχανικά, εύπορα περιβάλλοντα, δραστήριοι και ισχυροί, ενώ οι γυναίκες σε φυσικά τοπία, σχεδόν διακοσμητικά σώματα. Ο Έλβις Πρίσλεϊ, ντυμένος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, θαυμάζεται για το ταλέντο του — οι γυναίκες, αντιθέτως, περιορίζονται στο βλέμμα που τις απογυμνώνει. Η Boty αποκάλυψε έτσι με ειρωνεία τον μισογυνισμό μιας εποχής που φοβόταν τη γυναικεία αυτοδιάθεση.

Ελεύθερη, εκρηκτική, απρόβλεπτη, η Pauline ερωτεύτηκε τον σκηνοθέτη Philip Saville και τον καλλιτέχνη Peter Blake, αλλά παντρεύτηκε σχεδόν αμέσως —μέσα σε δέκα μέρες— τον Clive Goodwin, γνωστό λογοτεχνικό ατζέντη. Το σπίτι τους στην Cromwell Road έγινε στέκι για μουσικούς και διανοούμενους: Μπομπ Ντίλαν, David Hockney, Kenneth Tynan, Troy Kennedy Martin, John McGrath, Dennis Potter, Roger McGough. Ο Goodwin την ενθάρρυνε να ενσωματώσει πολιτικά θέματα στο έργο της: τις φυλετικές ταραχές του Μπέρμιγχαμ, τη δολοφονία του Κένεντι, τον πόλεμο του Βιετνάμ. Το στυλ της δεν άλλαξε — απλώς βάθυνε.
Το 1965, όταν έμεινε έγκυος, διαγνώστηκε με καρκίνο. Οι γιατροί πρότειναν άμβλωση και χημειοθεραπεία, εκείνη όμως αρνήθηκε και τα δύο, επιλέγοντας να κρατήσει το παιδί της. Προτίμησε να καπνίζει μαριχουάνα για να αντιμετωπίζει τον πόνο. Τον Φεβρουάριο του 1966 γέννησε την κόρη της, Boty Goodwin, και πέθανε λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο, στο Royal Marsden Hospital. Ήταν μόλις 28 ετών.

Η ιστορία δεν σταμάτησε εκεί. Το 1978, ο Clive Goodwin πέθανε τραγικά από εγκεφαλική αιμορραγία στο Λος Άντζελες, αφού η αστυνομία τον κράτησε δύο μέρες σε κελί θεωρώντας τον μεθυσμένο. Η κόρη τους, Boty Goodwin, καλλιτέχνις και εκείνη, πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης το 1995, στα 29 της.
Για τριάντα χρόνια, τα έργα της Pauline Boty έμεναν ξεχασμένα σε αποθήκες και αχυρώνες. Ώσπου τη δεκαετία του 1990, μια ανακάλυψη στη σοφίτα της οικογένειας έφερε στο φως ξανά το πολύχρωμο, απελευθερωμένο βλέμμα της. Σήμερα, τα μεγάλα μουσεία συλλέγουν τα έργα της, οι ιστορικοί τέχνης ξαναγράφουν την ποπ αρτ συμπεριλαμβάνοντας επιτέλους το όνομά της, και η ίδια επανέρχεται ως σύμβολο του φεμινισμού και της καλλιτεχνικής ελευθερίας.

Ο τελευταίος της πίνακας, το Bum (1966), παραγγελία του κριτικού Kenneth Tynan για το ερωτικό καμπαρέ Oh! Calcutta!, στέκει σαν επίλογος σε μια σύντομη, εκρηκτική διαδρομή. Το έργο της έχει επηρεάσει γενιές καλλιτέχνιδων που μιλούν ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά τους, τη γυναικεία ματιά, την ανισότητα. Η ζωή της ενέπνευσε και το μυθιστόρημα της Άλι Σμιθ “Φθινόπωρο” (εκδόσεις Καστανιώτη).
Μια γυναίκα που έζησε όπως ζωγράφιζε — με πάθος, ειρωνεία και χρώμα. Μια πρωτοπόρος που πλήρωσε το τίμημα της ελευθερίας της, αλλά άφησε πίσω της έναν κόσμο πιο φωτεινό.





