Ήξερες ότι ένα ορεινό χωριό της Αρκαδίας είχε ηλεκτρικό ρεύμα από το 1940, σχεδόν 25 χρόνια πριν από τα γειτονικά χωριά;
Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη λειτουργία του Μουσείου Δασικής Ιστορίας Μαινάλου που στεγάζεται στο τότε Κρατικό Εργοστάσιο Επεξεξεργασίας Ξύλου στο Χρυσοβίτσι. Η τεχνολογική αυτή πρωτοπορία δεν ήταν τυχαία: τα υποπροϊόντα από την επεξεργασία του ξύλου τροφοδοτούσαν τη μηχανή του εργοστασίου, η οποία παρήγαγε το ρεύμα.
Ήταν η απόλυτη έκφραση ενός κυκλικού συστήματος όπου τίποτα δεν πήγαινε χαμένο,
το οποίο στηριζόταν στην επιστημονική αρχή της αειφορίας που εφάρμοζε η Δασική Υπηρεσία ήδη από τον 19ο αιώνα. Η αρχή αυτή επέβαλλε η ετήσια απομάκρυνση ξυλείας να μην υπερβαίνει ποτέ τη φυσική αναγέννηση του δάσους, διατηρώντας το δασικό κεφάλαιο ανέπαφο και εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητά του για τις επόμενες γενιές.
Η αρμονική αυτή σχέση διαταράχθηκε από ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές μεταβολές ήδη από τη δεκαετία του ’90. Η σταδιακή εγκατάλειψη των ορεινών όγκων λόγω αστικοποίησης και η παύση παραδοσιακών πρακτικών ξυλείας, σήμαναν την απόσυρση του ανθρώπου-διαχειριστή από το δάσος.
Αυτή η απουσία ενεργού διαχείρισης οδήγησε, όπως τεκμηριώνουν μελέτες, σε μια επικίνδυνη συσσώρευση δασικής βιομάζας.
Το δάσος, αφημένο χωρίς τους απαραίτητους δασοκομικούς χειρισμούς, έγινε πυκνότερο και η καύσιμη ύλη στο έδαφός του πολλαπλασιάστηκε
Η συνέπεια αυτής της εγκατάλειψης, με την ταυτόχρονη επίδραση της κλιματικής αλλαγής είναι η αυξημένη ευπάθεια του ορεινού δασικού οικοσυστήματος.
Το μουσείο, συνεπώς, έρχεται σήμερα να μας υπενθυμίσει ακριβώς αυτό: η επιστημονικά καθοδηγούμενη ανθρώπινη παρουσία δεν αποτελεί απειλή για το δάσος. Αντιθέτως, η ενεργός διαχείριση είναι ένας απολύτως κρίσιμος παράγοντας για τη διατήρηση της υγείας, της σταθερότητας και της ανθεκτικότητας των δασών απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις.



