ΑΡΘΡΟ

Μαρία Τσιώλη: οι εικόνες που πρόλαβε να φτιάξει

Από τη «Βικτώρια» που γύρισε στα 17 της, τον T. S. Eliot και το ούτι, μέχρι το «Ασίστ», το Sarajevo και το «Πέρασμα» που ετοίμαζε. Ένα αφιέρωμα στη νεαρή σκηνοθέτιδα και κινηματογραφίστρια που έφυγε πρόωρα.

8′ ΧΡΟΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ
CUL-TOK / ΣΥΝΤΑΞΗΕΠΙΜΕΛΗΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Είναι δύσκολο να γράφεις για έναν νέο άνθρωπο στον παρελθοντικό χρόνο. Ακόμη δυσκολότερο όταν η δουλειά του δεν είχε φτάσει σε κάποιο φυσικό τέλος, όταν υπήρχε επόμενη ταινία, επόμενο γύρισμα, επόμενο σχέδιο.

Ο θάνατος της Μαρίας Τσιώλη έγινε γνωστός στις 4 Σεπτεμβρίου. Μαζί με την είδηση μεταφέρθηκε και η επιθυμία της οικογένειάς της: αντί για λουλούδια και στεφάνια, όσοι το επιθυμούν να βοηθήσουν ώστε να ολοκληρωθεί η ταινία που η Μαρία ετοίμαζε αυτή την περίοδο, το «Πέρασμα».

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 31 Αυγούστου και την 1η Σεπτεμβρίου, μια άλλη ταινία της, το «Ασίστ», εξακολουθούσε να προβάλλεται. Είχε ταξιδέψει μέχρι την Καλαμάτα μαζί με το Santorini Film Festival.

Αυτή η χρονική εγγύτητα κάνει την απώλεια ακόμη πιο δύσκολο να χωρέσει σε λέξεις. Η Μαρία δεν είχε απομακρυνθεί από το σινεμά, ώστε σήμερα να κοιτάμε μια ολοκληρωμένη πορεία πίσω μας. Ήταν ακόμη μέσα σε αυτό.

Στα 17: «Βικτώρια»

Η ιστορία της ως δημιουργού αρχίζει πολύ νωρίς. Το 2017, μαθήτρια ακόμη στο 2ο Πειραματικό Λύκειο Αθηνών, η Μαρία-Βασιλική Τσιώλη-Κουτσουρά γύρισε τη «Βικτώρια», διάρκειας μόλις έξι λεπτών και είκοσι εννέα δευτερολέπτων.

Η ίδια υπέγραφε σκηνοθεσία, σενάριο και αφήγηση.

Η ταινία ακολουθεί μια κοπέλα που επιστρέφει σπίτι αργά το βράδυ. Η έξοδος με τους φίλους της διακόπτεται, κατά κάποιον τρόπο, από όσα αρχίζει να παρατηρεί γύρω της: ανθρώπους εξαθλιωμένους, τους «γνωστούς-άγνωστους» της πόλης, πρόσωπα που οι περισσότεροι προσπερνούν. Η διαδρομή καταλήγει στη Βικτώρια — «στο σταθμό της νίκης και της ήττας», όπως περιγραφόταν τότε στον κατάλογο της Camera Zizanio.

Και μέσα σε αυτή την πρώτη ταινία η Μαρία είχε επιλέξει να εντάξει τους «Κούφιους Ανθρώπους» του T. S. Eliot.

Δεν υπάρχει λόγος σήμερα να φορτώσουμε αυτή την επιλογή με κάποιον εκ των υστέρων σκοτεινό συμβολισμό. Περισσότερο αξίζει να σταθούμε στο τι διάβαζε και τι έφερνε μέσα στην εικόνα της ένα κορίτσι δεκαεπτά χρόνων. Λογοτεχνία, κινηματογράφος και μουσική βρίσκονταν ήδη μαζί.

Τη μουσική της «Βικτώριας» την είχε φτιάξει επίσης η ίδια.

Αυτοσχεδιασμός στο ούτι και στο πιάνο, σύνθεση και εκτέλεση από τη Μαρία Τσιώλη.

Η ταινία κέρδισε το Α΄ Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στην κατηγορία Λυκείων του Filmmakers 2017 και η ίδια τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτότυπης Μουσικής. Αργότερα η «Βικτώρια» απέσπασε και διάκριση στην Camera Zizanio.

Υπάρχει ένα βίντεο από εκείνα τα χρόνια όπου η Μαρία μιλά για τη «Βικτώρια» στο Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Κιούμπρικ. Και υπάρχει κι ένα άλλο, τραβηγμένο στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2018: η Μαρία στην Πλάκα, με ένα ούτι στα χέρια, να παίζει παραδοσιακή μουσική.

Είναι εικόνες πολύ μακριά από αυτό που συνήθως μένει από έναν κινηματογραφιστή σε μια βάση δεδομένων: τίτλοι, ημερομηνίες, ιδιότητες. Εδώ βλέπεις απλώς έναν πολύ νέο άνθρωπο να κάνει τα πράγματα που αγαπά.

«Birthday Song»

Το 2019 ακολούθησε το «Birthday Song», μια δεκάλεπτη ταινία σε δικό της σενάριο και σκηνοθεσία.

Ο κύριος Θοδωρής είναι ένας ηλικιωμένος άνδρας που ζει μόνος. Είναι τα γενέθλιά του και αποφασίζει να τα γιορτάσει. Βγαίνοντας όμως από τον δικό του μικρό κόσμο, έρχεται αντιμέτωπος με τη δυστυχία των ανθρώπων γύρω του.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα συνέχεια με τη «Βικτώρια». Και στις δύο ταινίες η ματιά μετακινείται από το άτομο προς τον άλλον, από έναν προσωπικό, προστατευμένο χώρο προς μια πραγματικότητα που υπάρχει δίπλα μας και που εύκολα δεν βλέπουμε.

Το «Birthday Song» συμμετείχε το 2019 στο ελληνικό τμήμα της Camera Zizanio και παρουσιάστηκε και σε άλλες διοργανώσεις μικρού μήκους.

Το σώμα μέσα στην εικόνα

Το 2020 η Μαρία δοκίμασε μια διαφορετική φόρμα. Έγραψε και σκηνοθέτησε το videodance «no one there in ruthless happiness», σε συνεργασία με τις χορογράφους Ελευθερία Σωτήρχου και Μαριάννα Τσικμανλή.

Ένα σώμα βρίσκεται μέσα σε μια ξένη και χαοτική πραγματικότητα. Προχωρά, συναντά εμπόδια, συγκρούεται με άλλα σώματα, πέφτει και ξανασηκώνεται. Η κίνηση γίνεται διαδρομή ενηλικίωσης και αναζήτησης.

Το έργο παρουσιάστηκε στο Athens Video Dance Project, στο Video Dance Festival της Βραζιλίας, στο Lens Dance Videodance Festival των Βρυξελλών και στο BCK Film Symposium της Αθήνας.

Ήταν μία ακόμη ένδειξη ότι η σχέση της με τον κινηματογράφο δεν ήταν στενή ή μονοδιάστατη. Την ενδιέφερε η αφήγηση, αλλά και η κίνηση, το πρόσωπο, αλλά και το σώμα, η ιστορία, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ένα σώμα υπάρχει μέσα στον χώρο.

Πίσω από την κάμερα

Ταυτόχρονα, η Μαρία άρχισε να δουλεύει όλο και περισσότερο και στις ταινίες άλλων ανθρώπων, όχι μόνο στη σκηνοθεσία, αλλά και στην κάμερα, στο μοντάζ, στη βοηθητική σκηνοθεσία, στην παραγωγή και στο casting.

Στον Άη Στράτη συνεργάστηκε με τον Αντώνη Μάρο σε κινηματογραφικά projects, αναλαμβάνοντας κινηματογράφηση και μοντάζ. Αργότερα συμμετείχε και στο πειραματικό μικρού μήκους «STRATIS».

Στο «400 Cassettes» της Θέλυιας Πετράκη εργάστηκε στη σκηνοθετική ομάδα και στο extras casting. Η ταινία έκανε αργότερα πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Στο «Female» του Κωνσταντίνου Μενελάου ανέλαβε το casting.

Και σταδιακά βρέθηκε να εργάζεται και σε μεγάλες διεθνείς παραγωγές που γυρίστηκαν στην Ελλάδα. Στα επαγγελματικά της credits συναντά κανείς το «Drift», το «My Big Fat Greek Wedding 3», τη σειρά «One Day», τον «Νόμο του Μέρφυ», τις «400 Cassettes», το «Sacrifice» του Romain Gavras, το «La bola negra», αλλά και την «Οδύσσεια» του Christopher Nolan. Στο επόμενο κινηματογραφικό project του Damien Chazelle καταγράφεται επίσης στο casting.

Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε αυτά τα ονόματα σε μέτρο της αξίας της. Έχουν σημασία για έναν πιο απλό λόγο: δείχνουν έναν άνθρωπο που δούλευε πραγματικά μέσα στον κινηματογράφο, που γνώριζε το γύρισμα όχι μόνο από τη θέση της δημιουργού της δικής της ταινίας, αλλά και από όλες εκείνες τις θέσεις χωρίς τις οποίες καμία ταινία δεν γίνεται.

«Χάσαμε τη Μπάλα»

Το 2022 ήρθε το «Χάσαμε τη Μπάλα», μια μικρού μήκους δουλειά ενάντια στην οπαδική βία, που δημιουργήθηκε την περίοδο μετά τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού και παρουσιάστηκε στο πλαίσιο δράσης του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Η Μαρία βρισκόταν στη σκηνοθεσία και στο σενάριο, ενώ συμμετείχε και στην παραγωγή και το casting.

Ήταν ακόμη ένας διαφορετικός τρόπος να χρησιμοποιήσει την εικόνα: όχι για να σχολιάσει εκ των υστέρων ένα κοινωνικό γεγονός, αλλά για να τοποθετηθεί απέναντί του μέσα από μια κινηματογραφική πράξη.

«Ασίστ»

Το «Ασίστ» ήταν η ταινία με την οποία το όνομά της έγινε περισσότερο γνωστό έξω από τον κύκλο των ανθρώπων με τους οποίους ήδη εργαζόταν. Ήταν η διπλωματική της ταινία στη Σχολή Σταυράκου.

Μια μικρού μήκους ιστορία εννέα λεπτών: σε μια σχεδόν άδεια πόλη, ένα κορίτσι τρέχει για να φτάσει σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Στη διαδρομή συναντά τη φίλη της, που βρίσκεται μέσα σε ένα κίτρινο αυτοκίνητο. Η εμφάνιση μιας τρίτης κοπέλας θα ενώσει για λίγο τους διαφορετικούς κόσμους τους.

Η Μαρία υπέγραφε σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή.

Το 2024 το «Ασίστ» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Sarajevo Film Festival, στο διαγωνιστικό πρόγραμμα Student Film. Την ίδια χρονιά βρέθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας, στο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και σε άλλες διοργανώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2025 απέσπασε Special Jury Prize στο Košice International Film Festival.

Την ίδια περίοδο η Μαρία επιλέχθηκε στο Directors Summit του Talents Sarajevo, στο πλαίσιο του δικτύου που συνδέεται με το Berlinale Talents.

Το σημαντικό όμως είναι ότι το «Ασίστ» δεν έμεινε σε εκείνο το 2024. Συνέχισε να προβάλλεται μέχρι λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό της.

«Πέρασμα»: η ταινία που έμεινε μπροστά της

Το «Πέρασμα» ήταν η νέα μικρού μήκους ταινία της, σε δικό της σενάριο και σκηνοθεσία, με παραγωγό τον Χρήστο Γιαννακόπουλο.

Το ΕΚΚΟΜΕΔ είχε εγκρίνει προχρηματοδότηση 29.000 ευρώ για την παραγωγή της.

Η ιστορία τοποθετείται την περίοδο του πασχαλινού σφαξίματος. Ένας έφηβος βοσκός βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν κύκλο ζωής που οι άλλοι θεωρούν ότι πρέπει να κληρονομήσει, με τη μητέρα του και με το τίμημα της ανεξαρτησίας του.

Η ταινία βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της προετοιμασίας όταν η Μαρία έφυγε. Η οικογένειά της ζήτησε, αντί για λουλούδια και στεφάνια, όποιος το επιθυμεί να στηρίξει την ολοκλήρωσή της.

Οι εικόνες που πρόλαβε να φτιάξει

Αν κοιτάξει κανείς μόνο τη φιλμογραφία της, θα δει τίτλους: «Βικτώρια», «Birthday Song», «no one there in ruthless happiness», «Χάσαμε τη Μπάλα», «Ασίστ», «Πέρασμα».

Πίσω από αυτούς τους τίτλους υπάρχει μια διαδρομή που γίνεται όλο και πιο καθαρή: ένα κορίτσι δεκαεπτά χρόνων που κοιτάζει τους ανθρώπους τους οποίους η πόλη προσπερνά, εντάσσει τον T. S. Eliot στην πρώτη της ταινία και συνθέτει τη μουσική της με ούτι και πιάνο.

Ύστερα έρχονται η μοναξιά του «Birthday Song», το σώμα που παλεύει μέσα στον χώρο, οι συνεργασίες στα κινηματογραφικά συνεργεία, το «Χάσαμε τη Μπάλα» και το «Ασίστ», που ταξίδεψε μέχρι το Sarajevo.

Το «Πέρασμα» ανήκει στην ίδια πορεία: στη ματιά της πάνω στους ανθρώπους, στις σχέσεις και στις συνθήκες που τους διαμορφώνουν.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα ακολουθούσε. Ξέρουμε όμως τι είχε ήδη κάνει — και ότι, όταν έφυγε, εργαζόταν ακόμη πάνω στην επόμενη ταινία της.

Η Μαρία Τσιώλη αφήνει πίσω της έργα, συνεργασίες και εικόνες που συνεχίζουν να συνομιλούν μεταξύ τους. Το «Πέρασμα», εφόσον ολοκληρωθεί, θα προστεθεί σε αυτή τη διαδρομή.

Το CULTOK αποχαιρετά τη Μαρία Τσιώλη μέσα από τις ταινίες, τις μουσικές και τις εικόνες που πρόλαβε να φτιάξει.

CUL-TOK / RESPONSE

ΤΙ ΣΟΥ ΑΦΗΣΕ;

Μία αντίδραση ανά άρθρο. Οι αριθμοί είναι δημόσιοι· η επιλογή σου μένει στο MY CUL-TOK.

Συνδέσου για να αφήσεις αντίδραση και να τη βρίσκεις στο MY CUL-TOK.
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε
Κύλιση στην κορυφή
CUL-TOKΤΟΠ