Οι Dramachine δεν μοιάζουν να ενδιαφέρθηκαν ποτέ ιδιαίτερα να χωρέσουν σε έναν καθαρό μουσικό ορισμό. Από το 2019, όταν ξεκίνησαν στην Αθήνα, κινούνται κάπου ανάμεσα στη synth pop, το synth punk, το darkwave και την ηλεκτρονική μουσική, αφήνοντας όμως τις ταμπέλες λίγο πιο πίσω από αυτό που τελικά έχει σημασία: τον ρυθμό, την ένταση και έναν κόσμο βαθιά επηρεασμένο από την πόλη και την εποχή μέσα στην οποία δημιουργούν.
Στη μουσική τους το άγχος και η μελαγχολία μπορούν να γίνουν χορευτικά, το προσωπικό συναντά διαρκώς το πολιτικό και η Αθήνα εμφανίζεται σχεδόν σαν ακόμη ένα μέλος της μπάντας — μια πόλη που, όπως λένε οι ίδιοι, «μισούν θανάσιμα» αλλά δεν μπορούν να φανταστούν τη ζωή τους μακριά της.

⊚ Ποιοι είστε και ποια είναι η αφετηρία σας; Πώς θα περιγράφατε τον ήχο σας σε κάποιον που δεν σας έχει ακούσει ποτέ;
Οι Dramachine γεννήθηκαν το 2019 από τρεις ανθρώπους: την Ελένη Μάκκα, τον Χάρη Ζαχαρόπουλο και τον Γιώργο Πάλλη. Είχαμε πει κάποια στιγμή αστειευόμενοι πως παίζουμε Synth Pop με πειραματικά στοιχεία. Άλλες φορές, κινούμαστε περισσότερο προς την πανκ και άλλες προς την ηλεκτρονική χορευτική μουσική. Είναι, σε κάθε περίπτωση, δύσκολο να μας κατατάξεις και ακόμη πιο δύσκολο να περιγράψουμε εμείς οι ίδιοι ποιο είδος ή ύφος μας ταιριάζει περισσότερο.
⊚ Από το 2019 μέχρι σήμερα, ποια στιγμή νιώσατε πως «αλλάξαμε πίστα» και γιατί;
Δεν νιώθουμε ακριβώς πως αλλάξαμε πίστα! Ενδεχομένως, την τελευταία διετία, αφιερώνουμε πολύ περισσότερες ώρες στη μουσική μας απ’ ό,τι κάναμε παλιά. Αυτό αφορά τόσο τον νέο δίσκο μας –τον οποίο πρέπει να περιμένετε κάποια στιγμή στις αρχές του 2026– όσο και ένα σύνολο από δουλειές τις οποίες πρέπει να υπομένει ένας μουσικός της εποχής μας.
⊚ Στη σύνθεση, τι ξεκινάει πρώτο: ο ρυθμός ή η λέξη/εικόνα; Ποιος ανοίγει το πρώτο νήμα στο στούντιο;
Και τα δύο! Έχουμε διαδικασίες που ξεκινούν από το drum machine, από μια μελωδία στο συνθεσάιζερ ή στην κιθάρα, έχουμε κι άλλες που ξεκινούν από ένα όνειρο ή μια πρόταση.

⊚ Το άγχος/η μελαγχολία στους στίχους: είναι κάθαρση ή καταγραφή της εποχής/του εαυτού;
Πρόκειται για έναν κοινό σε εμάς συναισθηματικό κόσμο, κοινό γιατί τον έχουμε οικοδομήσει μέσα σε εμπειρίες που έχουν βιωθεί από κοινού. Αφορά εμάς τους τρεις, πρώτα και κύρια. Το άγχος και η μελαγχολία κυριαρχούν ακόμη πίσω από τις κλειστές πόρτες.
⊚ Η Αθήνα του 2025-2026: πώς σας επηρεάζει — πρακτικά και αισθητικά;
Την μισούμε θανάσιμα κι όμως δεν θέλουμε να διανοηθούμε τη ζωή μας έξω από αυτή.
⊚ Στη dark electronic / synth σκηνή της Ελλάδας: τι θεωρείτε ότι λείπει για να ανοίξει περισσότερο ο χώρος;
Λείπουν σίγουρα τα υλικά μέσα, τα οποία δεν πρέπει να τα υποτιμούμε καθόλου. Εννοούμε την υποδομή ή τα χρήματα, αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η βεντάλια του πειραματισμού ανοίγει σε συγκεκριμένα εδάφη, σε καταλήψεις ή κοινόβια, σε προσβάσιμα προβάδικα, ή εκεί όπου ο δημόσιος τομέας εγγυάται πως μπορείς να κάνεις τη μουσική που θέλεις χωρίς να πεθάνεις από ασιτία.

⊚ Το πιο απροσδόκητο ή περίεργο feedback που έχετε λάβει για κομμάτι σας;
Ίσως τα 2 βαλς («Waltzing on the Silver Screen» και «Συγκινησιακή Πανούκλα») δέχτηκαν ταυτόχρονα τις πιο αποθεωτικές και αφοριστικές κριτικές.
⊚ Ένα τραγούδι-«κλειδί» για να μπει κάποιος στον κόσμο των Dramachine — και γιατί αυτό;
Η «Συγκινησιακή πανούκλα» αποτύπωσε πολύ εύστοχα τις αισθητικές και άλλες ανησυχίες των ανθρώπων της μπάντας σε μια ορισμένη περίοδο.

⊚ «Δεν Έχει Μείνει Τίποτα» (από τη Συγκινησιακή Πανούκλα): πώς γράφτηκε και πώς χτίστηκε η ενορχήστρωση; Ποιο συναίσθημα θέλατε να «κολλήσει» στον ακροατή;
Ήταν το τελευταίο χρονικά κομμάτι που γράψαμε για τον δίσκο, το όγδοο δηλαδή! Έπειτα από μία άλλη αποτυχημένη απόπειρα, στραφήκαμε σε αυτό καθώς θυμηθήκαμε μια παλιά ιδέα στην μπασογραμμή. Αυτή η παλιά ιδέα μοιάζει ελάχιστα με ό,τι ηχογραφήσαμε για την Πανούκλα: ήταν ένας αυτοσχεδιασμός διάρκειας περίπου 10 λεπτών, που φτιάχτηκε γύρω από τις νότες που ακούτε σήμερα στο ρεφρέν. Τώρα για το συναισθηματικό αποτύπωμα, χωρίς να έχουμε σχεδιάσει κάτι εκ των προτέρων, νιώθουμε πως στο άκουσμα του τραγουδιού οι άνθρωποι γίνονται ταυτόχρονα κάπως λυπημένοι αλλά και κάπως χαρούμενοι, και αυτή είναι μια από τις αρετές του.Οι στίχοι επηρεάστηκαν από το τοπίο της Αθήνας στη βαθιά καραντίνα όπου ήταν άδειοι οι δρόμοι, κλεισμένος ο κόσμος στα σπίτια και μια αίσθηση ότι όλα όσα χτίσαμε συλλογικά καταρρέουν.
⊚ Αν ο ήχος σας ήταν σκηνή από ταινία, ποια θα ήταν και γιατί;
Κάποιες φορές θα θέλαμε να μοιάζει περισσότερο με την εναρκτήρια σκηνή του Werkmeister Harmonies –τον πλανητικό χορό των ανθρώπων, κάποιες άλλες μας βγαίνει πιο κοντά στον χορό της Σάλμα Χάγιεκ στο From Dusk till Dawn.

⊚ Το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα γύρω σας, πώς περνάει μέσα στη μουσική; Πιστεύετε ότι ένας καλλιτέχνης/συγκρότημα «οφείλει» να είναι και πολιτικό ή αρκεί να είναι ειλικρινές;
Το ότι κάτι είναι πολιτικό δεν σημαίνει ότι είναι και ειλικρινές, και αντίστροφα φυσικά. Έχουμε τόσα και τόσα παραδείγματα όπου τα πολιτικά διακυβεύματα της εποχής εργαλειοποιούνται για να υποστηρίξουν καλλιτεχνικές καριέρες. Από την άλλη, ο κυνισμός των καιρών μας αφήνει ελάχιστο χώρο στην καταγγελία και την αποκάλυψη: οι άνθρωποι γνωρίζουν –γνωρίζουν, μαθαίνουν και πληροφορούνται με αστραπιαίο ρυθμό– και αυτό σημαίνει πως συγκροτούν ατομικές αφηγήσεις για κάθε θέμα που μοιάζει να τους αφορά που δεν τους αφορά και καθόλου. Στη συνέχεια, οι ατομικές αυτές αφηγήσεις γίνονται posts ή άρθρα και η ζωή συνεχίζεται. Για να το κλείσουμε: πιστεύουμε μάλλον πως ένας καλλιτέχνης οφείλει καμιά φορά να μην είναι τόσο καλλιτέχνης και να υποστηρίζει με τα χέρια και το μυαλό του τη συγκρότηση πολιτικών και πολιτισμικών κοινοτήτων, και αυτό από μόνο του είναι μια πράξη εξόχως πολιτική, πιο πολιτική σίγουρα από άλλες που συγκεντρώνουν πάνω τους περισσότερα φώτα.
ΤΙ ΣΟΥ ΑΦΗΣΕ;
Μία αντίδραση ανά άρθρο. Οι αριθμοί είναι δημόσιοι· η επιλογή σου μένει στο MY CUL-TOK.
