Μια δεκαετία μετά, το σώμα επιστρέφει στη σκηνή σαν λείψανο και θαύμα

Η επιστροφή ενός θρύλου
Μετά από δέκα χρόνια παγκόσμιας περιοδείας, το RELIC του Ευριπίδη Λασκαρίδη επέστρεψε στην Αθήνα για πέντε μόνο παραστάσεις στο Πτι Παλαί (24–28 Σεπτεμβρίου).
Ένα έργο που γεννήθηκε το 2015 μέσα στην κρίση, ταξίδεψε σε περισσότερες από σαράντα σκηνές του κόσμου και τώρα, δέκα χρόνια μετά, επιστρέφει εκεί όπου ξεκίνησε.
Το είδα για πρώτη φορά και η περιέργεια για το αλλόκοτο πλάσμα του δελτίου Τύπου δικαιώθηκε απόλυτα: το RELIC δεν ζητά να το «καταλάβεις» — ζητά να το ζήσεις.
Ό,τι απομένει
Η λέξη relic σημαίνει «λείψανο», «απομεινάρι». Ο τίτλος του έργου μοιάζει με ειρωνεία απέναντι στην ίδια την έννοια της μνήμης. Τι απομένει όταν τα πάντα διαλύονται;
Ο Λασκαρίδης, ντυμένος με ένα εξωφρενικά παιγνιώδες κοστούμι του Άγγελου Μέντη, μοιάζει πλάσμα προϊστορικό και μετα-ανθρώπινο μαζί. Γλιστρά ανάμεσα στα φύλα, στις εποχές, στις διαθέσεις. Το σώμα του γίνεται καθρέφτης — άλλοτε γελοίος, άλλοτε σπαρακτικός.
Το RELIC δεν έχει αρχή ή τέλος. Δεν ακολουθεί αφήγηση, δεν εξηγεί τίποτα. Είναι μια σειρά από σωματικά στιγμιότυπα, ένα παιχνίδι ανάμεσα στο γέλιο και τη λύπη, στη φάρσα και στο τραύμα. Κάθε αντίδραση του κοινού είναι αποδεκτή — ο Λασκαρίδης τις περιμένει, τις ενσωματώνει, τις γιορτάζει.
Το χιούμορ του παραλόγο
Αυτό που μένει πιο έντονα είναι το χιούμορ. Ένα χιούμορ που δεν προέρχεται από την ειρωνεία, αλλά από τη χαρά του να υπάρχεις.
Η φράση που γεννά η εμπειρία του RELIC είναι σχεδόν παιδική:
«Έχει πάρα πολλή πλάκα μέσα στο κεφάλι μου.»
Μέσα σε αυτή τη φράση χωράει όλη η φιλοσοφία του έργου — η τέχνη ως παιχνίδι, ως επιβίωση, ως αντίσταση στο βάρος της πραγματικότητας.
Performance ή εξομολόγηση;
Το έργο είναι καθαρόαιμη performance, αλλά διαθέτει τη συναισθηματική ακρίβεια ενός θεατρικού μονολόγου.
Ο Λασκαρίδης μεταμορφώνεται ασταμάτητα: ένα σώμα που τεντώνεται, γελά, θρηνεί, ανασαίνει βαριά. Κάθε του κίνηση έχει μέσα της μια μικρή ιστορία, κι ας μην ειπωθεί ποτέ με λέξεις.
Το RELIC είναι μια τελετουργία της μεταμόρφωσης — κι εκεί ακριβώς κρύβεται η δύναμή του.

Ανάμεσα στο καμπαρέ και το θρήνο
Το έργο παίζει στα όρια: του καμπαρέ, του βαριετέ, του σουρεαλιστικού νούμερου και του υπαρξιακού μύθου.
Η σκηνοθεσία του ίδιου του Λασκαρίδη είναι αφοπλιστικά ειλικρινής — τίποτα δεν προσποιείται, τίποτα δεν είναι «όμορφο» με την κλασική έννοια.
Η μουσική, οι ήχοι, τα κομμάτια αντικειμένων, δημιουργούν έναν κόσμο φτιαγμένο από απομεινάρια, από ό,τι αφήνει πίσω του ο χρόνος.
Η εμπειρία του θεατή
Το RELIC δεν σε αφήνει αδιάφορο. Άλλοι γελούν, άλλοι αμηχανεύουν, άλλοι δακρύζουν.
Πολλές φορές η performance art προκαλεί σύγχυση ή απόσταση — εδώ, αντίθετα, υπάρχει μια παράξενη ηρεμία.
Φεύγεις με το μυαλό καθαρό, σχεδόν ελαφρύτερος.
Είναι από τις λίγες φορές που η τέχνη δεν σε βάζει σε κουβάρι σκέψεων, αλλά σου θυμίζει ότι ο παραλογισμός μπορεί να είναι λυτρωτικός.
Δέκα χρόνια μετά
Η επέτειος των δέκα χρόνων βρίσκει το RELIC να λειτουργεί σαν απολογισμός. Ένα έργο-λείψανο που επιμένει να ανασαίνει.
Η παρουσία του στο Πτι Παλαί δεν είναι απλώς μια επιστροφή, αλλά μια αποχαιρετιστήρια τελετή.
Το σώμα που τόσα χρόνια ταξίδευε στις σκηνές του κόσμου, τώρα επιστρέφει για να αφήσει πίσω του τη σκόνη και τη λάμψη του.

Επιμύθιο
Η τέχνη του Ευριπίδη Λασκαρίδη είναι τολμηρή, παράδοξη και ανθρώπινη.
Στο RELIC, όλα τα συναισθήματα συνυπάρχουν: η θλίψη, η γελοιότητα, η απελπισία, το παιχνίδι.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο βαθύ του μήνυμα — πως μέσα στην απόγνωση μπορεί ακόμη να χωρά το γέλιο.
Κι εκεί, ακριβώς εκεί, επιβιώνει ο άνθρωπος.



